Στο πρόγραμμά του ο ΣΥΡΙΖΑ διατύπωσε μια φιλόδοξη δέσμευση: τη «Δημιουργία Σήματος Ελληνικού Προϊόντος (ΣΕΠ)». Σύμφωνα με την προεκλογική εξαγγελία, το σήμα αυτό θα πιστοποιούσε τα προϊόντα με βάση έξι αυστηρά και πολυδιάστατα κριτήρια.
Η φιλοσοφία ήταν να δημιουργηθεί ένα ενιαίο, κρατικά εποπτευόμενο σήμα που θα εγγυάται στον καταναλωτή ότι το προϊόν είναι πραγματικά ελληνικό, όχι μόνο στην ετικέτα αλλά και στην ουσία.
Τι υπήρχε πριν
Η ιδέα του κρατικού σήματος δεν ήταν καινούρια. Στη δεκαετία του ’90 και 2000, οι καταναλωτές έβλεπαν ενδείξεις όπως “Ελληνικό προϊόν” ή “Made in Greece” στις συσκευασίες, αλλά αυτές ήταν αυτοδηλώσεις του παραγωγού και όχι αποτέλεσμα επίσημης κρατικής πιστοποίησης. Σε αντίθεση με άλλες χώρες όπως η Γαλλία με το Label Rouge (1960) ή η Αυστραλία με το Australian Made (1986), η Ελλάδα μπήκε σχετικά αργά στο παιχνίδι του εθνικού σήματος. Από το 2012, η Ελλάδα είχε ήδη θεσπίσει το «Ελληνικό Σήμα» με τον νόμο 4072/2012 (άρθρα 184–196). Ο νόμος αυτός προέβλεπε: προαιρετική απονομή σήματος από το κράτος σε προϊόντα και υπηρεσίες ελληνικής προέλευσης, καθορισμό αναλυτικών κριτηρίων ανά κλάδο μέσω ειδικών κανονισμών, τήρηση ηλεκτρονικού μητρώου δικαιούχων. Ωστόσο, το 2012–2015 το σήμα ήταν “στα χαρτιά”. Δεν είχαν εκδοθεί αρκετοί κλαδικοί κανονισμοί, άρα μια επιχείρηση π.χ. ελαιολάδου ή γαλακτοκομικών δεν μπορούσε να αιτηθεί και να λάβει το σήμα.
Τι έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ
Το πρόβλημα με τον νόμο του 2012 ήταν ότι δίχως κανονισμούς, καμία επιχείρηση δεν μπορούσε να αιτηθεί το σήμα. Το θεμικό πλαίσιο θεσπίστηκε, αλλά η εφαρμογή του εξαρτάται από μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις ή κανονισμούς που θα εξειδικεύσουν τις λεπτομέρειες. Για 3 χρόνια (2012–2015) δεν εκδόθηκε ούτε ένας κανονισμός για βασικούς κλάδους (ελαιόλαδο, ελιές, κρέας κ.λπ.), οπότε το σήμα υπήρχε μόνο θεωρητικά — νομικά κατοχυρωμένο αλλά πρακτικά «ανενεργό».
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θέσπισε ένα νέο, οριζόντιο «Σήμα Ελληνικού Προϊόντος (ΣΕΠ)» όπως περιγραφόταν στη δέσμευσή της, απλά επέλεξε να αξιοποιήσει και να επεκτείνει το ήδη υπάρχον «Ελληνικό Σήμα» του 2012. Συγκεκριμένα:
Πρώτον, το 2017, θεσπίστηκαν οι πρώτοι αναλυτικοί κανονισμοί για δύο μόνο κλάδους, το εξαιρετικό παρθένο και παρθένο ελαιόλαδο – ΚΥΑ 63578/7-6-2017 (ΦΕΚ Β’ 2111/20.06.2017) και τις επιτραπέζιες ελιές – ΚΥΑ 63585/7-6-2017 (ΦΕΚ Β’ 2120/21.06.2017). Δεύτερον, ήδη από τον Αύγουστο 2015, -δηλαδή προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- η Γενική Γραμματεία Εμπορίου ανάρτησε τον Κανονισμό τήρησης Ηλεκτρονικού Μητρώου Ελληνικού Σήματος, ώστε να υπάρχει επίσημη βάση δεδομένων με τους δικαιούχους. Οι αποφάσεις αυτές όρισαν λεπτομερώς τα κριτήρια (π.χ. 100% ελληνική παραγωγή, συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας) και επέτρεψαν στις επιχειρήσεις να αιτηθούν το σήμα για πρώτη φορά σε αυτούς τους τομείς.
Πριν το 2012–2015, αν είχε κάποιος μια μονάδα παραγωγής ελαιολάδου, δεν υπήρχε κανονισμός για το προϊόν σου. Παρότι το λάδι ήταν 100% ελληνικό, δεν μπορούσες να λάβεις το «Ελληνικό Σήμα». Στο ράφι, μπορούσες μόνο να βάλεις “Made in Greece” με δική σου ευθύνη, χωρίς κρατική πιστοποίηση. Μετά την ΚΥΑ του 2017 για το ελαιόλαδο, μπορούσε να καταθέσει αίτηση, να ελεγχθεί βάσει κριτηρίων, να καταχωρηθεί στο μητρώο και να τοποθετήσεις το επίσημο λογότυπο στο προϊόν σου. Ο καταναλωτής έβλεπε πλέον ένα κρατικά ελεγμένο σήμα και ήξερε ότι πληροίς τις προϋποθέσεις.
Τι δεν έγινε
Η αρχική εξαγγελία μιλούσε για νέο σήμα με αυστηρά πολυκριτηριακά πρότυπα για όλους τους κλάδους της αγοράς (προέλευση Α’/Β’ υλών, εργατική νομοθεσία, royalties σε ξένες μητρικές κ.λπ.). Αυτό δεν θεσπίστηκε. Αντί για ένα ενιαίο, πανελλαδικό σύστημα που θα κάλυπτε υποχρεωτικά από τρόφιμα μέχρι βιομηχανικά προϊόντα, εφαρμόστηκε το υπάρχον πλαίσιο μόνο σε δύο κλάδους, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς εκτός.
Επίσης, ο νόμος 4072/2012 δεν περιείχε ρητά όλα τα χαρακτηριστικά που είχε δεσμευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ για το «Σήμα Ελληνικού Προϊόντος (ΣΕΠ)». Υπενθυμίζεται ότι αυτά ήταν:
- εγχώρια παραγόμενη προστιθέμενη αξία,
- προέλευση πρώτων και δευτερογενών υλών και υλικών συσκευασίας,
- εντοπιότητα της παραγωγικής μονάδας,
- προέλευση πιθανών ενδιάμεσων υλών,
- νομιμότητα της επιχείρησης σε σχέση με την εργατική νομοθεσία,
- ύπαρξη συμφωνίας για δικαιώματα (royalties) με τη μητρική εταιρία, αν είναι ξένη.
Ωστόσο, ο νόμος 4072/2012 για το «Ελληνικό Σήμα» αναφέρει γενικά έννοιες όπως η προέλευση των πρώτων υλών και η παραγωγή στην Ελλάδα και δεν απαριθμεί στο κείμενο του νόμου συγκεκριμένα τεχνικά ή κοινωνικά κριτήρια· αυτά προβλέπονται μεταγενέστερα σε κάθε κανονισμό απονομής (π.χ. για ελαιόλαδο ή ελιές).
Σε σχέση με τη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ, λείπουν ρητές αναφορές σε: Εγχώρια παραγόμενη προστιθέμενη αξία ως αριθμητικό ποσοστό ή συγκεκριμένο όριο. Επίσης υπάρχει γενικέ απλά αναφορά για πρώτες ύλες. Δεν υπάρχει η εντοπιότητα της παραγωγικής μονάδας ως ξεχωριστό κριτήριο. Επίσης λείπει η προέλευση ενδιάμεσων υλών (ημιέτοιμου προϊόντος) με σαφή έλεγχο, όπως επίσης και η νομιμότητα ως προς την εργατική νομοθεσία (δεν προβλέπεται έλεγχος εργασιακών σχέσεων στον νόμο). Τέλος δεν αναφέρονται συμφωνίες δικαιωμάτων (royalties) με ξένη μητρική εταιρία.
Ανεκπλήρωτο σχέδιο
Ο νόμος 4072/2012 θέσπισε ένα γενικό πλαίσιο για το «Ελληνικό Σήμα» με βασική απαίτηση την ελληνική προέλευση, αλλά δεν περιείχε το πλήρες, πολυκριτηριακό σύστημα που περιέγραφε η δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ. Τα περισσότερα από τα κριτήρια θα έπρεπε να θεσπιστούν σε επίπεδο εφαρμοστικών κανονισμών και αυτά εκδόθηκαν μόνο για λίγους κλάδους, όχι καθολικά.
Συνεπώς, η δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για «Δημιουργία Σήματος Ελληνικού Προϊόντος (ΣΕΠ)» απλά αξιοποίησε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αφήνοντας όμως τον όγκο των κλάδων σε εκκρεμότητα. Για τον καταναλωτή, η αλλαγή έγινε ορατή μόνο σε περιορισμένες κατηγορίες προϊόντων, καθώς το σχέδιο για ένα ενιαίο, καθολικό και με πολλά κριτήρια σήμα για όλη την ελληνική παραγωγή έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτο.




