Η συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε δεσμευτεί να καταργήσει σε βήματα το τέλος επιτηδεύματος στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Υπενθυμίζεται ότι το τέλος επιτηδεύματος, ήταν ένας έκτακτος φόρος -όπως και η εισφορά αλληλεγγύης- που εφαρμόσθηκε το 2011 μετά την ψήφιση του νόμου 3986 (ΦΕΚ Α’ 152/1-7-2011). Λόγω αδυναμίας περιορισμού της φοροδιαφυγής, κυρίως στους ελεύθερους επαγγελματίες, η τότε κυβέρνηση -ευρισκόμενη υπό ευρωπαϊκή εποπτεία- επέβαλε οριζόντιο τέλος σε επιτηδευματίες (φυσικά και νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες) και ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα. Με το συγκεκριμένο χαράτσι οι ευρωπαϊκές και ελληνικές Αρχές θεωρούσαν ότι καταπολεμούσαν τη φοροδιαφυγή, καθώς θα συμμετείχαν περισσότεροι φορολογούμενοι στις φορολογικές απαιτήσεις του κράτους.
Ενδεικτικά, στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφερόταν ότι προβλεπόταν το μέτρο να φέρνει έσοδα περίπου 300 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, τα έσοδα από το τέλος επιτηδεύματος, μόνο το 2020, ανήλθαν στα 480 εκατ. ευρώ τα οποία αντλήθηκαν από περίπου 611.000 ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα. Το πρόβλημα με τον συγκεκριμένο νόμο είναι ότι επέβαλε το εν λόγω χαράτσι ανεξαρτήτως του ύψους των κερδών, των ζημιών, του εισοδήματος, αν έκοβε ή αν δεν έκοβε κάποιος απόδειξη.
Από το 2012 και κάθε χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 31 του «μνημονιακού» νόμου, πάνω από 1.000.000 εργαζόμενοι με «μπλοκάκια», μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες και κατ’ επάγγελμα αγρότες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του εκάστοτε προηγούμενου έτους άσκησαν ατομικά τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους, έπρεπε να πληρώσουν με το εκκαθαριστικό της φορολογικής τους δήλωσης, εκτός από τον φόρο εισοδήματος, και το τέλος επιτηδεύματος. Το ύψος του κυμαίνεται από 400 έως 1000 ευρώ, ανάλογα με το είδος της επιχείρησης και την τοποθεσία που βρίσκεται η έδρα της.
Για ποιούς δεν θα ίσχυε το τέλος επιτηδεύματος
Το 2018 η κυβέρνηση τροποποίησε τον σχετικό νόμο, ώστε να εξαιρούνται οι αγρότες – μέλη αγροτικών συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 του ν. 4384/2016 (Α’ 78), οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι σχολικοί συνεταιρισμοί του άρθρου 46 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), οι Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, καθώς και οι επιχειρήσεις ανεξαρτήτως νομικής μορφής που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια (σχετ. και η αριθ. ΠΟΛ.1216/2018 – ΑΔΑ: 6ΓΜ546ΜΠ3Ζ-Ζ7Ψ εγκύκλιος του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τους σχολικούς συνεταιρισμούς).
Ωστόσο, ενώ η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί πως μέχρι την κατάργησή του, θα απαλλάσσονταν για τα πρώτα πέντε χρόνια οι νεοϊδρυθείσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ωστόσο, αυτό ουσιαστικά ήρθε κατόπιν παρέμβασης του ΣτΕ τον Ιανουάριο του 2019, αναγκάζοντας την ΑΑΔΕ εναρμονιστεί.
Μπορεί η κυβέρνηση να είχε προχωρήσει στην θεσμική απαλλαγή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τα πρώτα πέντε χρόνια της λειτουργίας τους, αλλά αυτό δεν ίσχυε στην πραγματικότητα. Το υπουργείο Οικονομικών ερμήνευε στρεβλά το ποιές επιχειρήσεις ενέπιπταν σε αυτή την εξαίρεση. Ενώ χιλιάδες νέοι επιχειρηματίες αναγκάστηκαν να αλλάξουν επαγγελματική δραστηριότητα, το υπουργείο έκρινε ότι η προβλεπόμενη 5ετία της απαλλαγής από το Τέλος Επιτηδεύματος συνέχισε να ισχύει από το προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα αναγκάζοντάς τους έτσι να πληρώσουν το τέλος των 650 ευρώ.
Έτσι το ΣτΕ, με απόφασή του (89/2019) έκρινε ότι για την επιβολή του δεν αρκεί να έχει παρέλθει η 5ετία από την έναρξη εργασιών, αλλά θα πρέπει η δραστηριότητα να είναι ίδια με αυτή της έναρξης επαγγέλματος. Έτσι, η ΑΑΔΕ με την υπ’ αρ. Ε. 2065/23-04-2019 εγκύκλιό της συμμορφώθηκε με απόφαση του Ιανουαρίου του ΣτΕ για την απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος νέων επιτηδευματιών εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί πενταετία από την έναρξη των εργασιών ή έχουν αλλάξει αντικείμενο δραστηριότητας. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύτηκαν οι νέες επιχειρήσεις -και συνεπώς ασθενέστερες οικονομικά-, ώστε να ανταπεξελέθουν στα πρώτα τους βήματα.
Το τέλος επιτηδεύματος, θα συνέχιζε να επιβαρύνει τουλάχιστον μέχρι το 2025 πάνω από 750.000 φορολογούμενους.
Δεδομένου ότι ο φόρος επιτηδεύματος δεν καταργήθηκε για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις την περίοδο 2015-2019, ενώ η απαλλαγή για τα πρώτα πέντε χρόνια εφαρμόστηκε υπολειμματικά, η δέσμευση αξιολογείται ως μη υλοποιημένη.




