Ο υπουργός Περιβάλλοντος Κωστής Χατζηδάκης, είχε δεσμευτεί η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις προστατευόμενες περιοχές, και ιδιαίτερα τις περιοχές Natura 2000, ώστε να αποτελέσουν πρότυπα βιώσιμης ανάπτυξης.
Σε εκτενή έκθεση που εκπονήθηκε από εννέα μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις στην Ελλάδα αξιολογήθηκε η κατάσταση διαχείρισης και διατήρησης των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών της Ελλάδας.
Ειδικότερα, στην έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2024, καταγράφονται σοβαρά κενά σε κρίσιμα πεδία για την αποτελεσματική προστασία τους και τη διατήρηση των ευαίσθητων τύπων οικοτόπων και απειλουμένων ειδών: νομοθεσία και διαχείριση, διακυβέρνηση, φύλαξη, απαραίτητοι πόροι.
Στη διαμόρφωση της έκθεσης αξιολόγησης συνέβαλαν οι εξής περιβαλλοντικοί οργανισμοί: 1. ΑΡΧΕΛΩΝ 2. Blue Marine Foundation 3. Cyclades Preservation Fund 4. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία 5. Greenpeace 6. MEDASSET 7. iSea 8. Ίδρυμα Thalassa / ΑΕΝΑΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑ και 9. WWF Ελλάς.
-
Δίκτυο Θαλάσσιων Προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα (Marine or partially marine areas in Greece, πηγή: Natura 2000 Viewer).
Μόνο 12 από τις συνολικά 174 θαλάσσιες περιοχές Natura 2000 στην Ελλάδα διέπονται με κάποιο καθεστώς προστασίας, που στις περισσότερες περιπτώσεις περιορίζεται σε προσωρινά ή αποσπασματικά μέτρα, σύμφωνα με την έκθεση. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μόλις το 3,4% των ελληνικών χωρικών υδάτων είναι προστατευμένο (και αυτό όχι πλήρως), τη στιγμή που η Ελλάδα έχει δεσμευτεί νομικά για ουσιαστική προστασία τουλάχιστον του 30% του θαλάσσιου χώρου της έως το 2030.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, τα σοβαρά κενά που αναδεικνύονται οφείλονται κυρίως στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση θέσπισης των αναγκαίων προεδρικών διαταγμάτων και των σχεδίων διαχείρισης για όλες τις Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές.
Ενώ έχουν ανατεθεί οι σχετικές μελέτες από το 2019, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν προχώρησε στην έγκρισή τους και στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει το σύνολο των προστατευόμενων περιοχών της χώρας. Σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς οργανισμούς αυτή η ασυνέπεια και έλλειψη πολιτικής βούλησης αφορά τόσο το αρμόδιο ΥΠΕΝ όσο και τον ίδιο τον πρωθυπουργός, καθώς είχε δεσμευτεί επίσημα διεθνώς πως η όλη αυτή θεσμική διαδικασία θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον Δεκέμβριο 2022.
Στο επίπεδο διακυβέρνησης, η σύσταση του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), ως κεντρικού φορέα υπεύθυνου για τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών, έχει συμβάλλει ώστε να υπάρχει μια πιο ενιαία και συνεκτική προσέγγιση στη διαχείριση των Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών. Ο ΟΦΥΠΕΚΑ αποτελεί τον καθολικό διάδοχο του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (Ε.Κ.Π.Α.Α.) και των 36 Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (Φ.Δ.Π.Π). Η διαδικασία διαδοχής και μετονομασία του καθορίστηκε με τις διατάξεις του ν. 4685/2020 (Α 92) όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 4722/2020 (Α 177) & ν. 4819/2021 (Α 129).
Ωστόσο, η έκθεση σημειώνει ότι οι Μονάδες Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (ΜΔΠΠ) παραμένουν σοβαρά υποστελεχωμένες, ενώ παραμένει πρόβλημα ο ανεπαρκής συντονισμός μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων και φορέων και η αδύναμη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Γι΄ αυτό και η έκθεση τόνισε ότι απαιτείται άμεση ενίσχυση της στελέχωσης και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και φορέων (ΜΔΠΠ, υπουργεία) καθώς και της ουσιαστικής συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας για την αποτελεσματική διαχείριση των περιοχών.
Τέλος, και πιο σημαντικό, όσο δεν προχωράει η θεσμική προστασία αυτών των περιοχών, ο ΟΦΥΠΕΚΑ βρίσκεται να λειτουργεί εκ των πραγμάτων, μέσα σε θεσμικά κενά και ασάφειες για το τι ισχύει και τι όχι σε κάθε περιοχή, σύμφωνα με την έκθεση.
Ανεπαρκείς έλεγχοι στις Natura
Η έλλειψη συντονισμού και η υποστελέχωση έχουν, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα η φύλαξη και οι έλεγχοι των Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών να κρίνονται ανεπαρκείς. Τα Σώματα Φύλαξης Φύσης πουείχαν συσταθεί είχαν ελάχιστο προσωπικό και περιορισμένα μέσα, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις σε ελέγχους και επιβολή κυρώσεων. Χωρίς επαρκή στελέχωση, κατάλληλο εξοπλισμό και ξεκάθαρο νομοθετικό πλαίσιο για τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες ελέγχου, οι παραβάσεις δεν θα τιμωρούνται, υπονομεύοντας την ίδια την έννοια της προστασίας.
Τέλος, στο ζήτημα των πόρων, όπως τονίζουν οι οργανισμοί, απαιτείται ουσιαστική χρηματοδότηση και παράλληλα αποτελεσματική απορρόφηση και κατανομή των κονδυλίων για την κάλυψη των αναγκών των Μονάδων Διαχείρισης και του ΟΦΥΠΕΚΑ, καθώς και για τη συστηματική υλοποίηση των απαραίτητων δράσεων που κρίνονται αναγκαίες για κάθε Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή (ΘΠΠ).
Με δεδομένο τη δέσμευση για επίτευξη του “στόχου 30Χ30”, η κυβέρνηση όφειλε να διασφαλίσει άμεσα τους απαραίτητους πόρους, ώστε η λειτουργία των ΘΠΠ να είναι βιώσιμη και αποτελεσματική. Απαραίτητη κρίνεται και η ανάπτυξη μακροχρόνιων και σταθερών συστημάτων χρηματοδότησης που θα εξασφαλίζουν τη βιώσιμη λειτουργία των Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών, ανεξαρτήτως ευρωπαϊκών ή άλλων έκτακτων πηγών.
Έτσι, συμπερασματικά, η έκθεση κατέστησε σαφές ότι αν δεν υπάρξουν άμεσες και αποφασιστικές παρεμβάσεις στους τομείς της διαχείρισης/νομοθεσίας, της διακυβέρνησης, της φύλαξης και των πόρων, η Ελλάδα κινδυνεύει για άλλη μια φορά να είναι ασυνεπής απέναντι στις διεθνείς υποχρεώσεις της και κυρίως, οι θάλασσες μας να παραμένουν χωρίς αποτελεσματική προστασία.
Δεδομένου ότι οι περιοχές Natura ήταν αυτές στις οποίες θα έδινε έμφαση η κυβέρνηση, βάσει της έκθεσης των εννέα έγκριτων οργανώσεων η δέσμευση δεν τηρήθηκε.




