Όταν ανέλαβε η ΝΔ την διακυβέρνηση της χώρας το καλοκαίρι του 2019, ο κατώτατος μηνιαίος μισθός βρισκόταν στα 650 ευρώ μεικτά. Μέσα στο 2022, δηλαδή μετά από τρία χρόνια διακυβέρνησης, η ΝΔ προχώρησε σε δύο συνεχόμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.
Υπενθυμίζεται ότι, λόγω μνημονιακών οδηγιών (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, 2012) ο κατώτατος μισθός είχε υποστεί δραματική συρρίκνωση τον Φεβρουάριο του 2012, με την 6η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), από τα 751 ευρώ (συμφωνία των κοινωνικών εταίρων) στα 586 ευρώ. Το 2013, ειδικός νόμος παρείχε την “ευχέρεια” στον αρμόδιο υπουργό να αποφασίζει για το ύψος των μισθών. Ωστόσο, μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2019, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε αύξηση μισθών.
Παγωμένος ο κατώτατος για 7 χρόνια
Η πρώτη φορά που ξεκίνησε η διαδικασία για αύξηση του κατώτατου, ήταν τον Σεπτέμβριο του 2018 και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 4241/127/30.1.2019 Υ.Α. (ΦΕΚ Β΄ 173), βάσει της οποίας καθορίστηκαν από 1 Φεβρουαρίου 2019 ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο, για πλήρη απασχόληση, για υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες χωρίς ηλικιακή διάκριση. Έτσι, με την υπ’ αριθμ. οίκ. 7613/395/18.2.2019 εγκύκλιο εκδόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης.Συνεπώς, τον Φεβρουάριο του 2019 συντελέστηκε η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση στις κατώτατες αποδοχές -με αύξηση της τάξεως του 11% από 586 ευρώ στα 650 ευρώ- ύστερα από μία 7ετία “παγώματος”. Η κυβέρνηση τότε είχε εισακούσει τις προτάσεις του ΚΕΠΕ, κόντρα στη στάση της Κομισιόν, η οποία ήθελε αυξήσεις έως 3%.
Δύο αυξήσεις
Επί κυβερνήσεως ΝΔ, η προβλεπόμενη διαδικασία για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2020 με τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής συντονισμού της διαβούλευσης. Τότε ήταν υπουργός ο Γιάννης Βρούτσης. Ωστόσο, οι εξελίξεις με την πανδημία του κορωνοϊού κατέστησαν επιβεβλημένη τη μετάθεση της έναρξης της διαβούλευσης αρχικά για το Σεπτέμβριο του 2020, στη συνέχεια για το Νοέμβριο του 2020, και εν τέλει, το Μάρτιο του 2021. Αντίστοιχα μετατέθηκε και η προθεσμία για τη λήψη της τελικής απόφασης για το 2ο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου του 2021.
Έτσι, η πρώτη αύξηση του κατώτατου εξαγγέλθηκε τον Ιούλιο του 2021 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2022. Ήταν της τάξης του 2% και οι κατώτατες αποδοχές ανήλθαν στα 663 ευρώ από τα 650 ευρώ μεικτά. Η δεύτερη αύξηση ήρθε τον Μάιο του 2022 και ήταν της τάξης του 7,5%, από τα 663 έφτασε τα 713 (μεικτά). Έτσι η διπλή μισθολογική αύξηση έγινε μετά από μία τριετία που ο βασικός μισθός είχε «παγώσει» στα 650 ευρώ.
Έτσι αθροιστικά, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 9,7% ετησίως –στα 713 ευρώ το Μάιο του 2022, έναντι 650 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2021. Μπορεί αυτή η προσαρμογή να ακολουθεί παρόμοιες ανοδικές τάσεις και σε άλλες χώρες της ΕΕ, ωστόσο, σύμφωνα με Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας του Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης Γ.Σ.Ε.Ε., η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που έχει κατώτατο μισθό χαμηλότερο από το επίπεδο του 2009 και δεν έγινε καμία αύξηση την περίοδο 2020-2021.
"Με το παραπάνω";
Η κυβερνητική δέσμευση κάνει λόγο για θέσπιση κατώτατου μισθού σε ποσοστό διπλάσιο από το ποσοστό ανάπτυξης του ΑΕΠ, υπολογίζοντας πως το 2022 ο κατώτατος μισθός θα άγγιζε τα 730, δηλαδή αύξηση σχεδόν 12,4%. O υπολογισμός της κυβέρνησης για αύξηση στα 730 βασίστηκε στην εκτίμηση ενός ΑΕΠ της τάξης του 6,2%. Ωστόσο, το ΑΕΠ για το 2021 άγγιξε το 8,3%, δηλαδή ξεπέρασε τις κυβερνητικές προβλέψεις. Συνεπώς, θα έπρεπε να εγκριθεί αύξηση του κατώτατου μισθού πάνω από 16% για να υλοποιηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις. Ακόμα όμως και οι δύο συνεχείς αυξήσεις (9,7%), δεν κατάφεραν να "συμφωνήσουν" με το υποσχόμενο 730 ευρώ εντός του 2022.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ύφεση του 9% το 2020 ήταν η αιτία για να μην προχωρήσει σε αυξήσεις, υποστηρίζοντας μάλιστα πως με την αύξηση του 2% το καλοκαίρι του 2021 τήρησε τις δεσμεύσεις της "και με το παραπάνω". Το ΑΕΠ της χώρας όμως ήταν θετικό τόσο το 2019, όσο και το 2021, παρόλα αυτά δεν υπήρξαν αυξήσεις. Έτσι, η κυβερνητική απάντηση δεν είναι πειστική, διότι είναι διαφορετικό να αδυνατείς να ανταπεξέλθεις σε μια δέσμευση λόγω αντικειμενικών δυσκολιών -που θίγουν όλες τις χώρες του κόσμου- από την υποστήριξη της θέσης ότι τηρήθηκαν "με το παραπάνω" οι δεσμεύσεις ενώ είναι "υπολειμματικές". Σημασία έχει το αποτέλεσμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν ασχολείται με την κοινωνική επάρκεια του μέτρου, αλλά με την καθεαυτή δέσμευση, αδιάφορο αν είναι "ορθή" ή "λογική".
Τρίτη αύξηση εντός του 2023 - Μπορεί να γυρίσει το παιχνίδι;
Η κυβέρνηση ωστόσο από το φθινόπωρο του 2022 εξήγγειλε την επίσπευση τρίτης αύξησης κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, καθώς η διαδικασία αναμένεται να εκκινήσει άτυπα από το φθινόπωρο, έτσι ώστε στις αρχές του 2023 να γίνει η απαραίτητη αναπροσαρμογή. Η άνοδος στα 751 ευρώ θα επέτρεπε την επιστροφή έπειτα από 11 χρόνια στα προ-μνημονιακά επίπεδα.Σημειώνεται ότι ο ΙΝΕ πρότεινε σε έκθεσή του το 2022 να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός άμεσα στα 751 ευρώ.
Ωστόσο, η κυβέρνηση ανέβασε τον πήχη πιο ψηλά.
Στις 20 Ιανουαρίου 2023 ξεκίνησε νέα διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, με την αποστολή της αποστολή έγγραφης πρόσκλησης από την Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης και ολοκληρώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2023 με την αποστολή του Τελικού Πορίσματος που συνέταξε το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), σε συνεργασία με πενταμελή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων
Έτσι, από την 1η Απριλίου ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο ανήλθαν για τους υπαλλήλους σε 780,00 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο στα 34,84 ευρώ.
Η αλματώδης αύξηση των τιμών των προϊόντων, αλλά και των πρώτων υλών, πιέζουν το οικονομικό επιτελείο έτσι ώστε να προκύψει έμπρακτη στήριξη, ειδικά στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.
Οι αρχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού στα 713 -αντί των 730- αποτελούσαν μια μερική υλοποίηση των προγραμματικών υποσχέσεων. Ωστόσο με την κατοχύρωση των 780 ευρώ, την άνοιξη του 2023 η κυβέρνηση ξεπέρασε τις προσδοκίες. Συνεπώς η δέσμευση είναι υλοποιημένη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εάν η κυβέρνηση ψήφιζε αύξηση στα 751 ευρώ, και έχοντας δεδομένο ότι τον θεσμοθετεί σε ποσοστό διπλάσιο από το ποσοστό ανάπτυξης του ΑΕΠ- τότε αυτό θα σήμαινε ότι έχει πραγματοποιήσει αύξηση 15,4% στα 650 ευρώ με βάση το ΑΕΠ (8,3%) του 2021 ή 5,6% με βάση το ΑΕΠ του 2022 που βάσει του ΟΟΣΑ θα κινήθηκε στο 2,8%.
Συνεπώς, η κυβέρνηση ακόμα και έτσι θα είχε υλοποιήσει τη δέσμευσή της έστω μέχρι το τέλος της τετραετίας.




