Καταγράφουμε, Παρακολουθούμε, Ελέγχουμε, Ενημερώνουμε
press@politikometro.gr
politikometro

Εκπομπές ρύπων: Δραστικός περιορισμός τους

13 Νοεμβρίου, 2024

#

Δραστικός περιορισμός των εκπομπών ρύπων προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για μείωση κατά τουλάχιστον 80% του διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050 (σε σχέση με το 1990) με: Σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη και τη χρήση προϊόντων πετρελαίου με την αξιοποίηση ΑΠΕ.

Βαγγέλης Γεωργίου

εν συντομία

  • Το 2020 η Ελλάδα σημείωσε σημαντική μείωση των ρύπων
  • Το 2022 η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει στροφή στον λιγνίτη λόγω γεωπολιτικών γεγονότων
  • Τι δείχνουν τα στατιστικά δεδομένα για την πορεία την ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη χώρα

Ήδη από το 12o Συνέδριο του κόμματος, τον Δεκέμβριο του 2018, η ΝΔ είχε βάλει ως στόχο να μειωθούν δραστικά οι εκπομπές ρύπων.

Σε αυτή τη δέσμευση θα εξεταστούν οι τελικές επιδόσεις και όχι η πρόοδος στις ΑΠΕ.

Το 2020, έναν χρόνο μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ, η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα το 2020 ανήλθαν σε 69.771,9 χιλιάδες τόνους, παρουσιάζοντας μείωση κατά 13,6% σε σύγκριση με το 2019 (80.778,6 χιλιάδες τόνοι). Αυτή η μείωση οφείλεται κυρίως σε σημαντικό περιορισμό των εκπομπών από τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας «Παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού» Πρόκειται για μια εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την καραντίνα την περίοδο της πανδημίας.

Με βάση τα στοιχεία που αφορούν τον τομέα παραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας και τον τομέα της ενεργοβόρας ενέργειας, πού υπάγονται στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) από την έναρξη λειτουργείας του το 2005, παρατηρείται ότι η ΕΕ-27 μείωσε τις εκπομπές της το 2022 κατά 37.9% σε σχέση με το 2005. Σημειώνεται ότι το ΣΕΔΕ είναι το βασικό της εργαλείο της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Θέτει ανώτατο όριο στις ποσότητες CO2 που μπορούν να εκπέμπουν η βιομηχανία και οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο συνολικός όγκος των επιτρεπόμενων εκπομπών διανέμεται σε εταιρίες με τη μορφή δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπών CO2, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν και αντικείμενο συναλλαγής.

Οι επιπτώσεις των ρύπων από λιγνίτη

Το διοξείδιο του θείου (SO2) είναι ένα άχρωμο, διαλυτό στο νερό αέριο. Οδηγεί στη δημιουργία όξινης βροχής, η οποία αλλάζει την οξύτητα των λιμνών και των ποταμών και προκαλεί διαβρώσεις σε κτίρια και μνημεία. Όπως αναφέρει η οργάνωση WWF, μακροχρόνια αλλάζει το οικοσύστημα, παρεμποδίζει την ανάπτυξη των φυτών, βλάπτει την ανθρώπινη υγεία προκαλώντας δυσκολίες στην αναπνοή, αναπνευστικές νόσους, εξασθένηση του αναπνευστικού και επιβάρυνση υφιστάμενων καρδιαγγειακών νοσημάτων. Σε συνδυασμό με υψηλές συγκεντρώσεις άλλων χημικών ενώσεων που εκπέμπονται από τους λιγνιτικούς σταθμούς συμβάλλει στο σχηματισμό σωματιδίων σκόνης, τα οποία είναι υπεύθυνα για το μεγαλύτερο ποσοστό πρόωρων θανάτων σε όλη την Ευρώπη.

Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πιο ψηλά από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 27 μελών-κρατών. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κράτη μέλη με τις καλύτερες επιδόσεις καθώς έχει πετύχει μείωση των εκπομπών στους τομείς τού ΣΕΔΕ κατά 57.1% το 2022 σε σχέση με το 2005. Η επίδοση αυτή την κατατάσσει στην 6η θέση πολύ κοντά με τη Δανία και την Πορτογαλία (- 57.6% κάι -57.8%, αντίστοιχα) και διαφορά 4.1% από  την 1η θέση της κατάταξης όπου σκαρφάλωσε το Λουξεμβούργο (-61.2%), εκτοπίζοντας την περσινή πρώτη Μάλτα. Στη 2η και 3η θέση βρίσκονται η Ρουμανία (-60.8%) και η Μάλτα (-59.6%), ενώ η Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών κατατάσσεται στην 18η θέση.

Στα στοιχεία που δημοσίευε τον Οκτώβριο του 2022 η Ένωση Ευρωπαϊκών Κατασκευαστών Αυτοκινήτων -ο κύριος όμιλος λόμπι και προτύπων της αυτοκινητοβιομηχανίας στην E.Ε.- η Ελλάδα το 2020 βρισκόταν στην 11η θέση του πίνακα κατάταξης στις εκπομπές ρύπων από τα καινούργια αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα κυμαινόταν σε τιμές κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, 107,3 γρ./χλμ. έναντι 108,2 γρ./χλμ. Πρόκειται για μια μείωση -7,2% συγκριτικά με το 2019.

Όπως αναφέρει ο αναλυτής πολιτικής για την ενέργεια και το κλίμα και συνιδρυτής του The Green Tank, Νίκος Μάντζαρης, η πρόοδος των ΑΠΕ τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. «Το πρώτο πεντάμηνο του 2023, σχεδόν το 60% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο δίκτυο προήλθε από ΑΠΕ και μεγάλα υδροηλεκτρικά. Την ίδια στιγμή συνεχίζεται η κατακόρυφη πτώση του ορυκτού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, ενώ ο λιγνίτης κινείται σε μερίδια κάλυψης της ζήτησης κάτω από το 10%. Αν η χώρα συνεχίσει σε αυτό το μονοπάτι έως το τέλος του 2023, τότε είναι πολύ πιθανόν ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής να καταγράψει μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου περισσότερο από 25% σε σχέση με το 2022, έτος κατά το οποίο σημειώθηκε ιστορικό χαμηλό με εκπομπές 19,3 εκατ. τόνων».

Σημειώνεται πάντως πως η απολιγνιτοποίηση ήταν μια πολιτική που ξεκίνησε πολύ πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση η ΝΔ. Από το 2005 – που λειτουργεί ο ΣΕΔΕ- οι λιγνιτικές μονάδες μείωσαν τις εκπομπές τους κατά 80.3%.

Αναστροφή απολιγνιτοποίησης

Ωστόσο, παρά τη φαινομενικά σημαντική πρόοδο συγκριτικά με προηγούμενα χρόνια, στην πραγματικότητα στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας 2019-2023 η Ελλάδα ήταν από τις χώρες που αύξησαν τόσο τη χρήση του λιγνίτη όσο και τους ρύπους, σύμφωνα με τα στοιχεία.

Μετά τη μεγάλη πτώση στη χρήση λιγνίτη, η Ελλάδα άρχισε να αυξάνει σημαντικά τη χρήση λιγνίτη μετά το 2021.

Ειδικά, μετά το 2022, οι γεωπολιτικές επιλογές της κυβέρνησης ανέτρεψαν την πορεία της απολιγνιτοποίησης. Σε μια προσπάθεια να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας επανέφερε τον λιγνίτη στη πρώτη γραμμή (Το Βήμα, 12/4/2022), καθώς η χώρα μπήκε σε διαδικασία απότομης απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Ο λόγος ήταν η απομάκρυνση της Ελλάδας από τη Ρωσία, λόγω της εισβολής της τελευταίας στην Ουκρανία, ευθυγραμμιζόμενη η Αθήνα με τις αποφάσεις της Ε.Ε. να περιορίσει δραστικά την εξάρτηση από το ρωσικό αέριο.

Τον Απρίλιο του 2022, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι η λιγνιτική παραγωγή πρόκειται μέσα στην επόμενη διετία να αυξηθεί κατά 50%, προσωρινά, για να αντιμετωπιστεί η εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Έτσι μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, η λιγνιτική παραγωγή υπεδιπλασιάστηκε αντιπροσωπεύοντας από το 5,7% τον Μάιο πήγε στο 10,8% τον Ιούνιο του συνολικού μείγματος παραγωγής.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν η αιτία για αυτή τη στροφή, φρενάροντας έτσι την υλοποίηση της προεκλογικής δέσμευσης για απεξάρτηση από βρώμικες πηγές ενέργειας. Η κυβερνητική απόφαση επανέφερε τον λιγνίτη στην πρώτη γραμμή για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, καθώς η Ε.Ε. αποφάσισε να περιορίσει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο. Η συμπαράταξη της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. στον πόλεμο επηρέασε καταλυτικά και την ενεργειακή πολιτική της χώρας. Η Ελλάδα συνέπλευσε με την αναθεωρημένη ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, καθώς όπως είχε δηλώσει ο τότε Αντιπρόεδρος της Κομισιόν Φρανς Τίμερμανς, «ο άνθρακας δεν είναι ταμπού (Politico, 3/3/2022).

Αύξηση ρύπων, ειδικά διοξειδίου άνθρακα, αντί για δραστική μείωση

Έτσι, μέχρι το το 2022, η Ελλάδα άρχισε να αυξάνει τους ρύπους. Όταν μιλάμε για ρύπους του θερμοκηπίου, εννοούμε Διοξείδιο του άνθρακα -τους "αγαπημένους" της Ελλάδας-, το μεθάνιο, τα φθοριούχα αέρια και υποξείδιο του αζώτου.

Η ΔΕΗ είχε ζητήσει τον Νοέμβριο του 2021 από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παράταση των ωρών λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων Αγ. Δημήτριος 1, 2, 3, 4 και 5, Μελίτη και Μεγαλόπολη 4 μέχρι το 2025, όπως και των πετρελαϊκών μονάδων του ΑΗΣ Αθερινόλακκου στην Κρήτη. Το ΥΠΕΝ κάνοντας δεκτό το αίτημα της ΔΕΗ, με απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστα Σκρέκα, έδωσε παράταση ζωής στις εν λόγω μονάδες μέχρι και το 2025.

Στην Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών σημειώθηκε μείωση 0,8% CO2 στις συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου το 2022 σε σύγκριση με το 2021. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την ανάκαμψή τους το 2021, οι εκπομπές της Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών παρέμειναν κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα, συνεχίζοντας την επί δεκαετίες πτωτική τάση τους. Το 2022 αρκετές χώρες της Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών παρουσίασαν μείωση των επιπέδων εκπομπών τους σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Ωστόσο, η Ελλάδα ήταν ανάμεσα σε εκείνες της χώρες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση των ρύπων το 2022 κατά 3,4%.

Όσον αφορά το διοξείδιο του αζώτου (NO2), το καλοκαίρι του 2021, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της ΕΕ λόγω της κακής ποιότητας του αέρα που οφείλεται στα υψηλά επίπεδα διοξειδίου του αζώτου (NO2). Σημειώνεται ότι το NO2 εκπέμπεται κυρίως από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η οδική κυκλοφορία —ιδίως των πετρελαιοκίνητων οχημάτων— και η βιομηχανία. Η συγκεκριμένη μορφή ρύπανσης προκαλεί σοβαρές ασθένειες, όπως άσθμα και μειωμένη πνευμονική λειτουργία.

Εργοστάσια ρυπαντές

Σημειώνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εγκαλέσει την Ελλάδα να εφαρμόσει ορθά την οδηγία 2010/75/ΕΕ για τις βιομηχανικές εκπομπές. Η οδηγία θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη μείωση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα, τα ύδατα και το έδαφος, καθώς και για την πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος. Στην Ελλάδα, χορηγήθηκε παρέκκλιση σε τρεις μονάδες, η οποία τους επιτρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν για 32.000 επιπλέον ώρες, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην οδηγία για τις βιομηχανικές εκπομπές.

Η Ελλάδα ήταν από τις χώρες που σύμφωνα με τη βάση δεδομένων των εκπομπών για την παγκόσμια ατμοσφαιρική έρευνα (EDGAR), σημείωσαν στροφή, εν μέρει, από το φυσικό αέριο στον άνθρακα/πετρέλαιο στις εκπομπές CO2 που σχετίζονται με την ενέργεια, την περίοδο 2021-2022. Έξι χώρες της Ε.Ε. των 27 κρατών-μελών αύξησαν τις εκπομπές CO2 που σχετίζονται με την ενέργεια το 2022 σε σύγκριση με το 2021: Βουλγαρία (+11,8%), Ισπανία (+13,2%), Τσεχία (+2,6%), Ιρλανδία (+1,5%), Ιταλία και Ελλάδα (+0,3%) η κάθε μία.

Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι οι σχετικές με την ενέργεια εκπομπές CO2 από το αέριο μειώθηκαν κατά 12,0% το 2022, η αύξηση αυτών των εκπομπών λόγω χρήσης του πετρελαίου (+12,7%) καθόρισε τη συνολική τάση των εκπομπών CO2, σύμφωνα με την έκθεση του 2023.


Έτσι με τέτοιες επιδόσεις οι εθνικοί στόχοι είχαν τεθεί σε κίνδυνο. Μπορεί το 2022 οι εκπομπές της παραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας να εμφάνισαν ιστορικό χαμηλό με 19.3 εκ. τόνους, ωστόσο παρέμειναν πολύ υψηλότερες από τον στόχο των 7 εκ. τόνων που έχει θέσει το ΕΣΕΚ για το 2030. «Παρά τη μεγάλη πρόοδο της Ελλάδας στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις εγκαταστάσεις που υπάγονται στο χρηματιστήριο ρύπων, οι επιδόσεις το 2022 βρίσκονται ακόμα πολύ μακριά από τους εθνικούς κλιματικούς στόχους για το 2030» είχε δηλώσει ο Νίκος Μάντζαρης. «Απαιτείται συνεπώς η χάραξη μιας πιο ενεργητικής εθνικής ενεργειακής και βιομηχανικής πολιτικής προκειμένου να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμα των δύο αυτών κομβικών τομέων. Αυτή πρέπει να αποτυπωθεί τόσο στο υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ όσο και στους αντίστοιχους τομεακούς προϋπολογισμούς άνθρακα σύμφωνα με τον Εθνικό Κλιματικό Νόμο».

Σε παρουσίαση των αποτελεσμάτων του πρώτου εξαμήνου του 2023, ο επικεφαλής της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης είχε παραδεχτεί μεν ότι η απολιγνιτοποίηση δεν μεταβάλλεται έστω και αν συντελεστεί με κάποιες καθυστερήσεις λόγω της ενεργειακής κρίσης. Ωστόσο η συνέχιση της λιγνιτικής παραγωγής έστω και σε χαμηλότερους ρυθμούς, δεν έχει επιπτώσεις μόνο στο αυξημένο λειτουργικό κόστος της ΔΕΗ λόγω ρύπων, αλλά επιφέρει πέναλντι και λόγω των όρων που έχουν συναφθεί με τις τράπεζες για τις συμβάσεις των ομολογιακών δανείων.

Τον Απρίλιο, μάλιστα, του 2023 η κυβέρνηση αποφάσισε να εμμείνει στην χρήση του λιγνίτη. Το γεγονός ότι κάποια ελληνικά ΜΜΕ και φορείς δημοσίευαν ότι ο Ιούνιος ήταν ο μήνας που ο λιγνίτης είχε μηδενική συνεισφορά στη ζήτηση δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει καθώς δεν πρόκειται για απεξάρτηση. Ο Ιούνιος είναι μήνας που επανειλημμένα έχει εμφανίσει χαμηλά ποσοστά του λιγνίτη. Η Ελλάδα, σε καμία περίπτωση, δεν ήταν σε τροχιά μείωσης των ρύπων.

Παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα έμεινε στην τροχιά της μείωσης των ρύπων παρά το ρυπογόνο διάλειμμα του 2021-2022, με το 2023 να είναι έτος συνέχιστης μείωσης των ρύπων. Τον τελευταίο χρόνο διακυβέρνησης της ΝΔ, οι ρύποι έφτασαν σχεδόν του 69,2 μεγατόνους, από σχεδόν 82,1 μεγατόνους το 2019. Πρόκειται για ελαφρά καλύτερη επίδοση από την προηγούμενη κυβέρνηση, (από 91,5 το 2015 στο 82,1 το 2019) που όμως δεν συνιστά δραστική μείωση.

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση υποσχέθηκε δραστική μείωση των ρύπων, ενώ αυτοί μειώθηκαν με τους ίδιους έως τότε ρυθμούς, η δέσμευση εκτιμάται ότι τηρήθηκε μερικώς.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Πηγές Άρθρου

Mε την υποστήριξη